Our Father
Γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε σ´ ένα σπίτι απλό, ζεστό, φωτεινό και πάνω απ´ όλα ανθρώπινο. Ανοιχτό σε όλους, φίλους, συγγενείς, Λαρισαίους μα κι απ´ όλη την Ελλάδα, απ´ όλα τα μέρη του κόσμου. Δεν πέρασε ούτε μέρα χωρίς φιλοξενούμενο στο τραπέζι μας. Όλο και κάποιος ερχόταν για να δει τον Τάκη και να γευτεί τα φημισμένα μεζεδάκια της μαμάς. Σ´ ένα σπίτι, το οποίο στην κυριολεξία βρισκόταν μέσα στο μαγαζί. Μεγαλώσαμε τριγυρισμένες απ´ τα έργα του αλλά και από την αγάπη του για τη ζωή.
Λιγομίλητος, «κλειστός» άνθρωπος, σπάνια εκδηλωνόταν. Όμως ένα βλέμμα, μια κίνηση, ένα νεύμα του, ήταν το παν. Μάθαμε πράγματα που δεν διδάσκονται στα σχολεία. Να παρατηρούμε τα πάντα γύρω μας με μοναδική ευαισθησία, τις πρώτες ακτίνες του ήλιου, τα σύννεφα στη δύση, τα χρώματα του δάσους το φθινόπωρο, τα μανιτάρια, μα πιο πολύ τον άνθρωπο.
Αντιπαθούσε τις βαθυστόχαστες αναλύσεις, ήταν απλός αλλά όχι απλοϊκός, ολιγαρκής αλλά και γενναιόδωρος σε αγάπη και ευαισθησία.
Προοδευτικός και πρωτοπόρος έβλεπε τον ορίζοντα μπροστά από την εποχή του.
Γεννήθηκε το Γενάρη του 1920 και η καταγωγή του ήταν από τη Σελίτσανη του Κίσαβου. Ο παππούς του ήταν χαλκουργός και ο πατέρας του ξυλουργός. Στην αρχή ασχολήθηκε με το σκάλισμα των επίπλων, αφού η ξυλογλυπτική του εξασφάλιζε ένα άνετο μεροκάματο. Μέχρι που έφτασε στα χέρια του ένα περιοδικό της εποχής « Ο ΘΕΑΤΗΣ », το οποίο στη θεματολογία του περιελάμβανε σχετικές οδηγίες για τις τεχνικές λήψης της φωτογραφίας και βοηθούσε τους ερασιτέχνες.
Ουσιαστικά όμως όλα ξεκίνησαν σε μια εκδρομή του Ορειβατικού Συλλόγου στον Παλαιό Παντελεήμονα. Ο πρόεδρος του συλλόγου, ερασιτέχνης φωτογράφος του δείχνει τη φωτογραφική του μηχανή και κείνος ζητά περισσότερες πληροφορίες για τη λειτουργία της.
Επιστρέφοντας στη Λάρισα αποφασίζει να ξεναγηθεί μόνος του στο μαγικό κόσμο της φωτογραφίας αγοράζοντας την πρώτη του μηχανή μια Μποξ Τενκορ. Έμοιαζε με ένα απλό τετράγωνο κουτί, δεν είχε ταχύτητες και διαφράγματα και διέθετε δύο κλίμακες φωτογράφησης από 1 έως και 3 μέτρα και από 3 μέτρα έως το άπειρο.
Φωτογραφίζει πρώτα την αδερφή του, την Αυγή και με βοηθό τον αδερφό του Φιλόλαο (γλύπτη που ζούσε στο Παρίσι) συμβουλευμένος τον Θεατή εμφανίζει το φιλμ με αποκαρδιωτικά αποτελέσματα. Ωστόσο δεν απογοητεύεται και συνεχίζει την προσπάθεια. Έρχεται σε επαφή με επαγγελματίες φωτογράφους, μαθαίνει να υπολογίζει τους χρόνους εμφάνισης των φιλμ και να προσέχει ιδιαίτερα το φωτισμό. Τα θετικά αποτελέσματα δεν αργούν να έρθουν, το πάθος του για τη φωτογραφία μεγαλώνει και αρχίζουν πλέον να εμφανίζονται τα θέματα που του ταιριάζουν.
Μετά τον πόλεμο άρχισε να ασχολείται πλέον ουσιαστικά με τη φωτογραφία. Σε κάποια γωνία του ξυλουργείου δημιουργεί το δικό του χώρο, αγοράζει καινούργιες μηχανές, φωτογραφίζει τα συνηθισμένα θέματα της εποχής για βιοπορισμό αλλά δεν εγκαταλείπει τις αποδράσεις στην ύπαιθρο. Ωστόσο ένα ταξίδι που κάνει στο Παρίσι το 1952, είναι η αφορμή για να αναθεωρήσει κάποιες απόψεις του για το καθημερινό του μεροκάματο, κι έτσι γυρνώντας αποφασίζει να ελαττώσει όλες αυτές τις δουλειές που τον «σκότωναν» και να κάνει αυτό που πάντα ήθελε: Να περιπλανιέται στην ύπαιθρο.
Our Father
Γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε σ´ ένα σπίτι απλό, ζεστό, φωτεινό και πάνω απ´ όλα ανθρώπινο. Ανοιχτό σε όλους, φίλους, συγγενείς, Λαρισαίους μα κι απ´ όλη την Ελλάδα, απ´ όλα τα μέρη του κόσμου. Δεν πέρασε ούτε μέρα χωρίς φιλοξενούμενο στο τραπέζι μας. Όλο και κάποιος ερχόταν για να δει τον Τάκη και να γευτεί τα φημισμένα μεζεδάκια της μαμάς. Σ´ ένα σπίτι, το οποίο στην κυριολεξία βρισκόταν μέσα στο μαγαζί. Μεγαλώσαμε τριγυρισμένες απ´ τα έργα του αλλά και από την αγάπη του για τη ζωή.
Λιγομίλητος, «κλειστός» άνθρωπος, σπάνια εκδηλωνόταν. Όμως ένα βλέμμα, μια κίνηση, ένα νεύμα του, ήταν το παν. Μάθαμε πράγματα που δεν διδάσκονται στα σχολεία. Να παρατηρούμε τα πάντα γύρω μας με μοναδική ευαισθησία, τις πρώτες ακτίνες του ήλιου, τα σύννεφα στη δύση, τα χρώματα του δάσους το φθινόπωρο, τα μανιτάρια, μα πιο πολύ τον άνθρωπο.
Αντιπαθούσε τις βαθυστόχαστες αναλύσεις, ήταν απλός αλλά όχι απλοϊκός, ολιγαρκής αλλά και γενναιόδωρος σε αγάπη και ευαισθησία.
Προοδευτικός και πρωτοπόρος έβλεπε τον ορίζοντα μπροστά από την εποχή του.
Γεννήθηκε το Γενάρη του 1920 και η καταγωγή του ήταν από τη Σελίτσανη του Κίσαβου. Ο παππούς του ήταν χαλκουργός και ο πατέρας του ξυλουργός. Στην αρχή ασχολήθηκε με το σκάλισμα των επίπλων, αφού η ξυλογλυπτική του εξασφάλιζε ένα άνετο μεροκάματο. Μέχρι που έφτασε στα χέρια του ένα περιοδικό της εποχής « Ο ΘΕΑΤΗΣ », το οποίο στη θεματολογία του περιελάμβανε σχετικές οδηγίες για τις τεχνικές λήψης της φωτογραφίας και βοηθούσε τους ερασιτέχνες.
Ουσιαστικά όμως όλα ξεκίνησαν σε μια εκδρομή του Ορειβατικού Συλλόγου στον Παλαιό Παντελεήμονα. Ο πρόεδρος του συλλόγου, ερασιτέχνης φωτογράφος του δείχνει τη φωτογραφική του μηχανή και κείνος ζητά περισσότερες πληροφορίες για τη λειτουργία της.
Επιστρέφοντας στη Λάρισα αποφασίζει να ξεναγηθεί μόνος του στο μαγικό κόσμο της φωτογραφίας αγοράζοντας την πρώτη του μηχανή μια Μποξ Τενκορ. Έμοιαζε με ένα απλό τετράγωνο κουτί, δεν είχε ταχύτητες και διαφράγματα και διέθετε δύο κλίμακες φωτογράφησης από 1 έως και 3 μέτρα και από 3 μέτρα έως το άπειρο.
Φωτογραφίζει πρώτα την αδερφή του, την Αυγή και με βοηθό τον αδερφό του Φιλόλαο (γλύπτη που ζούσε στο Παρίσι) συμβουλευμένος τον Θεατή εμφανίζει το φιλμ με αποκαρδιωτικά αποτελέσματα. Ωστόσο δεν απογοητεύεται και συνεχίζει την προσπάθεια. Έρχεται σε επαφή με επαγγελματίες φωτογράφους, μαθαίνει να υπολογίζει τους χρόνους εμφάνισης των φιλμ και να προσέχει ιδιαίτερα το φωτισμό. Τα θετικά αποτελέσματα δεν αργούν να έρθουν, το πάθος του για τη φωτογραφία μεγαλώνει και αρχίζουν πλέον να εμφανίζονται τα θέματα που του ταιριάζουν.
Μετά τον πόλεμο άρχισε να ασχολείται πλέον ουσιαστικά με τη φωτογραφία. Σε κάποια γωνία του ξυλουργείου δημιουργεί το δικό του χώρο, αγοράζει καινούργιες μηχανές, φωτογραφίζει τα συνηθισμένα θέματα της εποχής για βιοπορισμό αλλά δεν εγκαταλείπει τις αποδράσεις στην ύπαιθρο. Ωστόσο ένα ταξίδι που κάνει στο Παρίσι το 1952, είναι η αφορμή για να αναθεωρήσει κάποιες απόψεις του για το καθημερινό του μεροκάματο, κι έτσι γυρνώντας αποφασίζει να ελαττώσει όλες αυτές τις δουλειές που τον «σκότωναν» και να κάνει αυτό που πάντα ήθελε: Να περιπλανιέται στην ύπαιθρο.
Αγοράζει μια βέσπα και αρχίζει το ταξίδι του, πρώτα από τη Θεσσαλία. Σ´ αυτό, τον βοήθησε ιδιαίτερα και η ανάθεση κάποιων φωτογραφήσεων για λογαριασμό του Ερυθρού Σταυρού, της Μηχανικής Καλλιέργειας και του Δασαρχείου. Το 1960, αντικαθιστά τη βέσπα με το θρυλικό του 2CV και περιπλανιέται σε ολόκληρη την Ελλάδα.
Η περιπλάνηση στάθηκε ιδιαίτερα δημιουργική. Με την ιδιαίτερη αγάπη του για το ασπρόμαυρο φιλμ αποτυπώνει πάνω από 30.000 θέματα με ότι τον ευχαριστεί και τον συγκινεί. Τον Θεσσαλικό κάμπο με τους ξωμάχους του να οργώνουν τα χωράφια τους και να θερίζουν τα σπαρτά τους. Τις νομαδικές φυλές των κτηνοτρόφων να μετακινούνται με τα κοπάδια τους. Το Πήλιο χιονισμένο αλλά και ανθισμένο, τις ομορφιές του Πηνειού, τα μαγευτικά Τέμπη, τα Μετέωρα και το Άγιο Όρος, την Πίνδο, τη Σκόπελο, την Κρήτη. Τον Όλυμπο και τον Κίσαβο τα δυο πανέμορφα βουνά μας που το καθένα προσπαθούσε να μονοπωλήσει το ενδιαφέρον του προκαλώντας τον να το επισκεφθεί. Μαγεύονταν από τις ομορφιές τους κάθε εποχή στο πέρασμα του χρόνου. Τη λίμνη Κάρλα με τους ψαράδες και τις ψαροκαλύβες τους. Μα κι όταν την αποξήραναν ήταν εκεί και αποτύπωσε εκείνες τις μοναδικές εικόνες με την ξεραμένη γη. Όμως η Λάρισα η πόλη στην οποία γεννήθηκε, έζησε και τόσο αγάπησε ήταν το θέμα που φωτογράφησε περισσότερο στο πέρασμα του χρόνου.
Κατά καιρούς έλεγε: Είναι αλήθεια ότι πολλές φορές έβλεπα πράγματα που δεν έβλεπαν οι άλλοι και που ένιωθα πως θα χαθούν. Πολλές από τις αγροτικές εργασίες, που δεν είχαν διαφοροποιηθεί εδώ και χιλιάδες χρόνια, ραγδαία άρχισαν να μεταβάλλονται. Η εφαρμογή της τεχνολογίας ήταν πλέον πραγματικότητα. Έτσι γεννήθηκε μέσα μου η αγωνία της απαθανάτισης. Η συνεχιζόμενη φθορά που παρατηρούσα γύρω μου αποτέλεσε επίσης την αιτία για να φωτογραφήσω τα έργα των ανθρώπων. Ένιωθα ότι θα γίνουν καταστροφές, ότι θα χαθεί ένα κομμάτι της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Έβλεπα σε κάποιες εκκλησίες και μοναστήρια, λεπτομέρειες αρχιτεκτονικές, τις οποίες δεν τις έβλεπαν οι ειδικοί κι έλεγα πως θα μπορούσαν να διασωθούν έστω ως εικόνες στη μνήμη των ανθρώπων. Ίσως τελικά να μην ήθελα να διασώσω μόνο την εικόνα του κτίσματος, αλλά εκείνη την αγωνία του μάστορα για το δημιούργημα του και για την πορεία του στο πέρασμα του χρόνου.
Όσο για τον ορισμό της φωτογραφίας έλεγε: Η φωτογραφία αυτοπροσδιορίζεται. Η ίδια η φωτογραφία ορίζει την τέχνη της. Εγώ αναζητώ εκείνο που υπάρχει μέσα μου και αυτή η αναζήτηση μπορεί να κρατήσει χρόνια. Πολλές φορές μπορεί να σταθώ απέναντι σε ένα αντικείμενο αλλά να μην αποφασίζω να το φωτογραφίσω, περιμένοντας εκείνη την ιδανική, για τα δικά μου μάτια στιγμή. Δεν μπορώ να πω τι είναι φωτογραφία, μπορώ να πω όμως πως με γοητεύουν οι ομίχλες όπως και οι αντικατοπτρισμοί, τα καθρεφτίσματα και οι αντανακλάσεις. Με συναρπάζουν τα παιχνίδια με το φως. Σίγουρα η φωτογραφία είναι φως, αλλά και άλλα πολλά.
Γράφηκαν πολλά και άλλα πολλά θα γραφούν για την τεχνική της τέχνης του και το έμφυτο ταλέντο του, που τον ανέδειξαν σε φωτογράφο γνωστό σε όλο τον κόσμο. Όμως η αύρα του, η ανθρωπιά του, το εύρος της ευαισθησίας του και η αισιοδοξία του δεν μπορούν να περιγραφούν.
Σίγουρα, πνεύμα ελεύθερο, ανήσυχο, ζωηρό. Φωτογράφος, ξυλογλύπτης, ιστορικός ή ότι άλλο. Για μας θα είναι πάντοτε ο πατέρας μας.
Χριστίνα & Βάνια
Τλούπα
Our Father
We were born and grew up in a home that was simple, warm, light, and above all else, human. Open to everyone ?friends, relatives, the people of Larissa, and also visitors from all over Greece, from every corner of the world. Never a day passed without some guest at our table. We grew up in a house that was literally inside the shop, surrounded by his work and his love for life.
Takis Tloupas was a taciturn, introspective man who rarely showed what he was feeling. But a look, a gesture, a nod from him was everything. We learned things that weren´t taught in school. How to observe everything around us with great sensitivity: the first rays of the sun, the clouds in the west, the colors of the forest in autumn, the mushrooms but above all, people.
He disliked profound analyses: he was simple, though not a naive man, frugal yet generous with his love and sensitivity.
A progressive and a pioneer, he saw the horizon ahead of his time.
He was born in January 1920, in Selitsani at the mount Kissavos. His grandfather was a coppersmith and his father a carpenter. At first, he worked at carving furniture, since woodcarving brought him a comfortable wage. Until one day he got hold of a magazine of the day called The Spectator, which contained an article with instructions on how to take photographs and assistance for amateurs.
Essentially, though, everything started with a trip by the Mountaineering club to Palaios Pandeleimonas. The president of the club an amateur photographer, showed him his camera, and he asked for more information on how it worked.
When he got back to Larissa he decided to take his own tour of the magical world of the photograph and bought his first camera. It looked like a plain square box and didn´t have several shutter speeds or diaphragms, and it could take photographs at two ranges, from 1 to 3 meters and from 3 meters to infinity.
The first photograph he took was of his sister, Avyi. With the aid of his brother Philolaos, and by consulting The Spectator, he developed the film with disheartening results. He wasn´t discouraged, however, and continued his efforts. He came into contact with professional photographers, learned how to calculate the developing time for a film, and how to pay particular attention to the lighting. Positive results soon came along, his passion for photography intensified, and he began to find the subjects that suited him.
After the war, he started to work systematically in photography. He made his own space in a corner of the carpenter´s shop and bought new cameras. He photographed the subjects common at that time in order to make a living, but didn´t give up his escapes into the countryside. However a journey to Paris in 1952 led to his revising some of his views on how to earn his living. When he returned to Greece, he decided to cut down on the work that was ´killing´ him and do what he always wanted: wander in the countryside.
He bought a Vespa and began his journey from Thessaly. He was aided in this by undertaking photographic commissions from the Red Cross, the Mechanical Agriculture Department and the Forestry Inspectorate. In 1960 he replaced the Vespa with his legendary Deux Chevaux and he traveled over the whole of Greece.
His wandering was highly creative. With his great love of black-and-white film, he printed over 30,000 subjects, capturing what gave him pleasure and moved him. The Thessalian plain with the farm-workers ploughing their fields and reaping their crops. The nomadic groups of stock-breeders moving with their herds. Pilio covered with snow, and also full of flowers, the beauty of the river Peneios, the magical Vale of Tempe, Meteora and Mount Athos, the Pindos range, the island of Skopelos, and Crete. Olympus and Kissavos, two beautiful mountains, each of which attempted to monopolize his interest and challenge him to visit it. Lake Karla with the fishermen and their fishing boats. And when they drained it, he was also there and took those unique pictures of the dead lake. But it was Larissa, the city in which he loved so much, that was the subject that he photographed most as time went by.
From time to time he used to say: ´It´s true that I often saw things that others didn´t see, and that I felt would disappear. Many agricultural tasks that hadn?t changed for thousand of years began to alter at a rapid rate. The application of technology was now a reality. I conceived an anxious desire to immortalize things. The continual decay I saw around me was an another reason I photographed the works of man. I felt that things would be destroyed, that a part of our cultural heritage would disappear. I saw architectural details in some churches and monasteries that the experts didn?t see, and I said that they could be preserved, if only as pictures in people´s memory. Perhaps, in the end, it wasn´t the picture of the building I wanted to preserve, but the craftsman´s anxiety about he had created and its course over the passage of time´.
With reference to the definition of photography, he said: ´Photography defines itself. Photography itself defines its art. I search for something inside myself and this search may last for years. Often, I may stand before an object, but not come to the decision to photograph it, waiting for what is in my eyes the ideal moment. I can´t say what photography is, but I can say that I´m fascinated by mists and reflections. I´m excited by the play of light. Photography is certainly light, but it´s much else besides´.
Much has been written and much more will be written about the creative power of his art and his spontaneous talent, which made him a photographer known throughout the entire world. But his radiance, his humanity, his profound sensitivity, and his optimism cannot be described.
Takis Tloupas was certainly a free spirit, a restless, lively spirit. Photographer, woodcarver, historian, or whatever. To us, he will always be our father.
Christina & Vania
Tloupa